Δεκέμβριος του 2011, παραμονές Χριστουγέννων και το περιοδικό Omikron αποφασίζει να ευχηθεί «καλό νέο χρόνο» με έναν αλλιώτικο και σίγουρα αντισυμβατικό τρόπο. «Παραδίδει» στα επιδέξια χέρια της make-up artist, Ilona Garamvolgyi τον Ανδρέα Γεωργίου, την Ελίτα Μιχαηλίδου, τη Μαρία Ιωάννου, την Μαρίνα Φιλιππιδου και την Χριστίνα Δημητρίου που δέχτηκαν να… «γεράσουν» πρόωρα για να στείλουν ένα πολύ θετικό μήνυμα, σχετικά με τη διαρκή μάχη που οι άνθρωποι δίνουμε καθημερινά με τον χρόνο που περνά και επηρεάζει όλους μας.
Μήνυμα το οποίο, ο διευθυντής του περιοδικού, Θανάσης Φωτίου, είχε περιγράψει κάπως έτσι στο τέλος του editorial του, σ’ εκείνο το τεύχος, πριν από 13 χρόνια: «…Υπάρχουν, ξέρετε, άνθρωποι που γι’ αυτούς ο χρόνος δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Ούτε μοιάζει ανεξάντλητος. Αστείρευτος. Υπάρχουν άνθρωποι που παλεύουν να κερδίσουν χρόνια, μέρες, ώρες. Υπάρχουν άνθρωποι που στη δική τους πραγματικότητα ο χρόνος έχει άλλη σημασία. Άλλη διάρκεια. Και ασφαλώς, άλλη αξία. Γιατί κερδίζεται με μάχες. Στην αρχή πιο συχνές. Μετά πιο αραιές. Μια φορά το εξάμηνο, μια φορά το χρόνο… […] Βλέπω τις μακέτες με τα γερασμένα πρόσωπα της Ελίτας, της Μαρίας, του Αντρέα, της Μαρίνας και της Χριστίνας λίγο πριν πάνε για εκτύπωση. Παραμονές γιορτών εμείς το πάμε λίγο αντισυμβατικά. Παίζουμε με το χρόνο και τις ανασφάλειές μας. Τρομάζουν τα γηρατειά, ξέρω. Όλους μας. Κι ας λέμε άλλα. Μα πόσο ωραίο πράγμα είναι, τελικά, να γερνά κανείς».


Το αποτέλεσμα της φωτογράφησης –χάρη στην τέχνη του μακιγιάζ και την Ilona, τον φωτογράφο Δημήτρη Βαττή, την fashion stylist Shona Muir, τον Hair artist Μάριο Νεοφύτου και τη δημοσιογράφο Τάνυα Νεοκλέους, εντυπωσίασε και συζητήθηκε παντού.
Διαβάστε επίσης: Όταν ο Νίκος Χριστοδουλίδης, Υπουργός των Εξωτερικών τότε, μας σύστησε για πρώτη φορά τις τέσσερις κόρες του
Το κείμενο που ακολουθεί, είναι το – κάθε άλλο παρά λαμπερό, εντούτοις αισιόδοξο- πλήρες editorial του Θανάση Φωτίου στο τεύχος Δεκεμβρίου 2011, του περιοδικού Omikron.


ΜΗΝ ΜΟΥ ΦΟΒΑΣΑΙ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ
Στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Στα 28 της. Μητέρα δύο παιδιών – τριών χρόνων – δίδυμα. Περίμενε μήνες τον κατάλληλο δότη για μεταμόσχευση μυελού των οστών. Προσπαθούσε να χαμογελάσει – οι μέρες, όμως, δεν ήταν και οι πιο εύκολες της ζωής της. Οι μέρες… Τρεις μήνες – ενενήντα τόσες ημέρες – κάπου δυο χιλιάδες εκατόν εξήντα ώρες. Υπολογίστε. Λεπτά… Δευτερόλεπτα… Έχανε το μεγάλωμα των παιδιών της – πιο πολύ αυτό τη στεναχωρούσε. Ούτε τα μαλλιά που έπεφταν – ούτε ο χρόνος που έφευγε, ούτε καν η ελπίδα που δεν υπήρχε… «Θέλω να έχουν μητέρα. Να τα δω να μεγαλώνουν. Να είμαι εκεί…». Δεν ήταν.
Η πρώτη προσπάθεια, απέτυχε. Η δεύτερη, το ίδιο. Τελευταίες μέρες και το δωμάτιο της μοιάζει χριστουγεννιάτικο. Με πολλά δώρα τυλιγμένα. Με τον μαρκαδόρο μια ημερομηνία και ένα «από τη μαμά, με αγάπη» στο καθένα. «Αυτό στα πέντε τους χρόνια. Αυτό στα επτά. Εκείνο εκεί στα δέκα, στα δεκαπέντε τους… Αυτά τα μανικετόκουμπα, στο γιο μου. Την ημέρα του γάμου του. Το δακτυλίδι, στην κόρη μου. Να έχουν κάτι από τη μαμά τους, τις πιο σημαντικές μέρες της ζωής τους…». Τα τακτοποίησε όλα. Τα φρόντισε. Και μετά, έφυγε. Στα 28.
…Υπάρχουν, ξέρετε, άνθρωποι που γι’ αυτούς ο χρόνος δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Ούτε μοιάζει ανεξάντλητος. Αστείρευτος. Υπάρχουν άνθρωποι που παλεύουν να κερδίσουν χρόνια, μέρες, ώρες. Υπάρχουν άνθρωποι που στη δική τους πραγματικότητα ο χρόνος έχει άλλη σημασία. Άλλη διάρκεια. Και ασφαλώς, άλλη αξία. Γιατί κερδίζεται με μάχες. Στην αρχή πιο συχνές. Μετά πιο αραιές. Μια φορά το εξάμηνο, μια φορά το χρόνο…
Αυτό, βέβαια, δεν το θυμάμαι πάντα. Το ομολογώ. Πολλές φορές, μάλιστα, όταν μου τηλεφωνεί σε στιγμές «ακατάλληλες», πιάνω τον εαυτό μου να δυστροπεί. «Πνίγομαι», βλέπετε. Τρέχω να προλάβω τα… deadlines! Το κλείσιμο του περιοδικού / τα χρονοδιαγράμματα του τυπογραφείου / όλα αυτά που εγώ έχω αναγάγει ή θεωρώ ή νομίζω σημαντικά / καθοριστικά / ορόσημα στην καθημερινότητά μου. Κι αυτή «πνίγεται». Από πράγματα πιο σοβαρά. Μερικές φορές μοιάζει ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Παλεύει μέσα της. Και έξω της. Και είναι στιγμές που θέλει -απλά- να μιλήσει. Προχθές έτυχε να ακούσω μια στιχομυθία της με τη μάνα μου. «Σταμάτα να παραπονιέσαι επειδή σε πόνεσαν λιγάκι τα πόδια σου», της είπε. «Καταλαβαίνω, έχεις κι εσύ τα δίκια σου. Αλλά τι να πω κι εγώ που λογικά δεν θα φτάσω στα χρόνια σου;.
Θα τα φτάσει, όμως. Το ξέρω. Γιατί έχει δύναμη. Της ελπίδας ισοδύναμη, όπως λέει και η Γαλάνη.
Καθώς γράφω αυτό το κείμενο, βλέπω τις μακέτες με τα γερασμένα πρόσωπα της Ελίτας, της Μαρίας, του Αντρέα, της Μαρίνας και της Χριστίνας λίγο πριν πάνε για εκτύπωση. Παραμονές γιορτών εμείς το πάμε λίγο αντισυμβατικά. Παίζουμε με το χρόνο και τις ανασφάλειές μας. Τρομάζουν τα γηρατειά, ξέρω. Όλους μας. Κι ας λέμε άλλα. Μα πόσο ωραίο πράγμα είναι, τελικά, να γερνά κανείς…».


