Με αφορμή τον θάνατο του Νίκου Κυπριανού Σιακόλα, σε ηλικία 98 ετών, θυμόμαστε το αφιέρωμα που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό Icon τον Μάρτιο του 2013, όταν ο ίδιος εξακολουθούσε να σχεδιάζει νέα επιχειρηματικά ανοίγματα. Το κείμενο βασίζεται σε παλαιότερες συνεντεύξεις και αφηγήσεις του, ανάμεσά τους και η σπάνια συνέντευξή του στο περιοδικό Omikron, τον Φεβρουάριο του 1997.
Αυτή είναι η συναρπαστική ιστορία του.
Κείμενο: Πιερής Παναγή
Φωτογραφίες: Αρχείο Φιλελεύθερος
Η ζωή υπήρξε απλόχερη με τον κραταιό επιχειρηματία απ’ τον Καραβά. Στα 85 του χρόνια ήταν ένας απ’ τους πιο ισχυρούς άνδρες που γνώρισε ποτέ η Κύπρος, σφράγισε με την πορεία του την επαγγελματική ζωή του τόπου, καταφέρνοντας να οικοδομήσει ένα συγκρότημα εταιριών με τεράστια επιρροή. Ο ίδιος δεν έδινε συνεντεύξεις, έμενε μακριά από κοσμικότητες και απέφευγε εκδηλώσεις που δεν είχαν να κάνουν με τη δουλειά του. Γιατί η μόνη σταθερά, για περισσότερες από 7 δεκαετίες, ήταν η δουλειά του. Και ο ίδιος εξακολουθούσε να εργάζεται πολλές ώρες. Κάθε μέρα.
Γεννημένος λίγο πριν τη δεκαετία του 1930, ο Νίκος Σιακόλας ήταν ο μικρός γιος της οικογένειας του Κυπριανού Σιακόλα, μιας τυπικής αγροτικής οικογένειας με 8 παιδιά. Κυρίαρχη προσωπικότητα στο σπίτι ήταν η μητέρα του. Σε μια απ’ τις σπάνιες συνεντεύξεις του, τον Φεβρουάριο του 1997 στο περιοδικό Omikron, ο ίδιος θυμάται πως «καθόμασταν στο τραπέζι και ουδέποτε η μητέρα μου έτρωγε εάν δεν τρώγαμε πριν όλα τα παιδιά. Προτιμούσε να μείνει ακόμα και νηστική για να μη στερηθούμε εμείς. Ο πατέρας μου, λόγω της δουλειάς του, απουσίαζε συχνά από το σπίτι, μιας και ήταν ένας μικρός εργολάβος της εποχής».
Εκείνη την περίοδο ο μικρός Νίκος περνούσε αρκετές ώρες στο σπίτι μαζί με τον παππού του, καθώς ένα ατύχημα τον έριξε στο κρεβάτι για πολλά χρόνια και ο μικρός του κρατούσε παρέα. Οι δυο τους ανέπτυξαν έναν ιδιαίτερο δεσμό και ο παππούς έγινε ο άνθρωπος-καταλύτης στη ζωή του Νίκου Σιακόλα. «Ήταν ένας άνθρωπος πάρα πολύ σοβαρός, πολύ δίκαιος και ακέραιος. Θυμάμαι, μου έλεγε συχνά κάτι που επηρέασε τη μετέπειτα ζωή μου: “Για πράττε, για μετάπραττε, για που την Τζύπρο λείπε”». Αυτός ήταν ο πρώτος άνθρωπος που πίστεψε ότι ο εγγονός του θα γινόταν μεγάλος έμπορος. Και δεν έπεσε έξω. Το έμπειρο μάτι του παππού εμπόρου είδε από νωρίς την κλίση του Νίκου Σιακόλα.
Στην εφηβεία του, ο Νίκος κάνει αίτηση για το πρώτο του δάνειο, ζητώντας δυόμισι με πέντε λίρες. Τότε πήγαινε στην Εμπορική Σχολή Σαμουήλ στη Λευκωσία και ήθελε να αποκτήσει ένα αμαξάκι και να πουλά μικροπράγματα στην Ερμού, την Ονασαγόρου και τη Λήδρας. «Εργαζόμουν σε διάφορα καταστήματα στη Λευκωσία, αλλά θυμάμαι ότι ζήλευα αυτούς που είχαν τέτοια αμαξάκια. Ήθελα να αποκτήσω κι εγώ ένα τέτοιο. Ζήτησα λοιπόν το δάνειο, αλλά οι δικοί μου με απέτρεψαν», λέει στην ίδια συνέντευξη του 1997. Οι γονείς του όμως τον αποτρέπουν γιατί είναι μικρός. Του λένε να τελειώσει το σχολείο και όταν γίνει αυτό θα τον στείλουν για σπουδές στο εξωτερικό. Τελικά όμως γίνεται ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και δεν καταφέρνει να φύγει.
Λίγα χρόνια αργότερα, στον Άγιο Γεώργιο Κερύνειας, ο Πιετρόνι, ένας απ’ τους επιχειρηματίες της περιοχής, ανοίγει μαζί με την οικογένεια Σεβέρη ένα καινούριο εργοστάσιο και διορίζει τον Νίκο Σιακόλα υπεύθυνο. Ο ίδιος δεν παρασύρεται απ’ τον πειρασμό να φύγει για το εξωτερικό, όπως έκαναν οι περισσότεροι συνομήλικοί του. Αυτό βλέπει και ο Ζήνων Σεβέρης και αποφασίζει να του δώσει την ευκαιρία. Αυτός τον έφερε στη Λευκωσία, τον έβαλε στις επιχειρήσεις του, τον προώθησε και τον επέβαλε σε κοινωνικούς κύκλους και οικονομικούς παράγοντες. Και ο ίδιος όμως δεν τον απογοητεύει. Κλείνει συμφέρουσες συμφωνίες, κάνει καλές αγορές και κάπως έτσι παίρνει το πρώτο του bonus, γύρω στις 300 λίρες, με αφορμή μια καλή συμφωνία που έκλεισε για εισαγωγή ζωοτροφών στο νησί.
«Με αυτό το κεφάλαιο έγινα μέτοχος και γενικός διευθυντής στην ίδια εταιρία ζωοτροφών». Απ’ εκεί και έπειτα το ένα έφερνε το άλλο. «Τολμώ να πω ότι έχω καλό αισθητήριο. Έχω μια τακτική στη δουλειά μου που μέχρι τώρα δεν με διέψευσε. Ξεκινώ να υπολογίζω πρώτα τι θα γίνει αν όλα πάνε στραβά. Τι διακινδυνεύω αν χάσω. Όταν διαπιστώσω ότι οι προοπτικές δεν είναι καταστροφικές, τότε εξετάζω και τις πιθανότητες κερδοφορίας», παραδέχτηκε ο ίδιος στο παρελθόν.
Τότε παρέμενε αεικίνητος, εξακολουθούσε να κάνει μεγάλα ανοίγματα, είχε την καθολική αποδοχή για τη διορατικότητά του και βοηθούσε κόσμο, όπως είχε κάνει με τη δωρεά συσσιτίου για παιδιά.
Στον πόλεμο του 1974, χάνει όλη του την περιουσία. «Για νύχτες ολόκληρες το μαξιλάρι του κρεβατιού μου ήταν βρεγμένο από τα δάκρυά μου. Τα χάσαμε όλα…». Σκέφτεται τα τέσσερα παιδιά του: τον Μάριο, την Ελένη, τη Χρυσούλα και τη Μαρίνα. Ο Αντρέας Πατσαλίδης, φίλος του από παλιά και υπουργός Οικονομικών, τον καλεί στο γραφείο του για να του προτείνει ένα δάνειο για να επενδύσει στη βιομηχανία. Του λέει ευχαριστώ αλλά δεν θα πάρει. Δεν πιστεύει στις μικρές βιομηχανίες. Θεωρεί πως λόγω των σχέσεών του με ξένους επιχειρηματίες θα τα καταφέρει. Και έτσι, φεύγει για Βηρυτό.
«Με το που έφτασα έμαθα ότι υπήρχε μεγάλη ζήτηση ζάχαρης. Βρήκα μια ποσότητα διαθέσιμη στην Ταϊλάνδη. Ένας φίλος μου Σουηδός, στον οποίο οφείλω επίσης πολλά, έθεσε στη διάθεσή μου 25.000 δολάρια». Πηγαίνει στην Ταϊλάνδη και εξασφαλίζει τη ζάχαρη χωρίς να δώσει ούτε ένα σεντ. «Τη δέσμευσα για 15 μέρες και τελικά την πούλησα μέσω κάποιου αγγλικού οίκου στην Ισπανία. Με αυτό τον τρόπο κέρδισα πέραν του ενός εκατομμυρίου δολαρίων», παραδέχεται ο ίδιος.
Απ’ εκεί και έπειτα η ιστορία του λίγο πολύ είναι γνωστή. Τη δεκαετία του ’90 αγοράζει τη μια επιχείρηση μετά την άλλη. Κυκλοφορεί μάλιστα σαν ανέκδοτο το «ο Σιακόλας θέλει να αγοράσει την Κύπρο ολόκληρη». Ο ίδιος απαντά πως «αυτά είναι αστειότητες», μιας και όπως κάθε επιχειρηματίας που σέβεται τον εαυτό του, θέλει να γίνει ανταγωνιστικός και να ενισχύσει τη θέση του στην αγορά. Και το καταφέρνει.
Η Argosy Trading Company LTD είναι σήμερα ο μεγαλύτερος προμηθευτής στον τομέα του λιανικού εμπορίου τροφίμων, η CTC Automotive LTD φέρνει στην Κύπρο τα Hyundai, Scania, Volvo κ.ά., η Ermes Group χειρίζεται το λιανικό εμπόριο με ετήσιο κύκλο εργασιών ύψους €1 δισ., η Hermes Airports LTD και η λίστα συνεχίζεται…
«Σε όλα αυτά υπήρχε πάντα ένας άνθρωπος δίπλα μου που με στήριξε και με βοήθησε πολύ, η γυναίκα μου. Και αν αισθάνομαι απ’ τους λίγους τυχερούς στον κόσμο, είναι γιατί έχω αυτή τη γυναίκα στο πλάι μου», είχε δηλώσει παλαιότερα.
Μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του εξακολουθούσε να κάνει μεγάλα ανοίγματα και έχοντας την καθολική αποδοχή για τη διορατικότητά του — ποιος φανταζόταν άλλωστε ότι, όταν έκανε τα σχέδια για το mall, θα κατάφερνε να μεταφέρει την αγορά έξω από τη Λευκωσία; — ενώ δεν έπαψε να βοηθά κόσμο, όπως έκανε με τη δωρεά συσσιτίου για όλα τα άπορα παιδιά των δημοτικών σχολείων για έναν χρόνο. Ο ισχυρός άνδρας κατάφερε να βγει κερδισμένος, κι ας μην έκανε ποτέ το όνειρο που είχε ως παιδί πραγματικότητα. Άλλωστε, δεν κατάφερε να πάρει εκείνο το αμαξάκι για να πουλά μικροπράγματα…


