Η συγκλονιστική ιστορία πίσω από το «σπίτι στο λόφο», στη Μακεδονίτισσα, τα δωμάτια του οποίου κάποτε κοσμούσαν έργα τέχνης, αντίκες και ταπισερί τεράστιας αξίας, ενώ η ελίτ της Κύπρου διασκέδαζε πίνοντας σαμπάνιες, τρώγοντας με επιχρυσωμένα μαχαιροπήρουνα και χορεύοντας στους κήπους με τα αγάλματα.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΡΕΑ ΟΡΦΑΝΟΥ
Φωτογραφίες ΑΡΧΕΙΟ «Φ»
Όσοι τον θυμούνται μιλάνε για έναν άνθρωπο γεμάτο καλοσύνη, γενναιόδωρο, γλεντζέ, ένα αληθινό δώρο για τους φίλους του. Ο Δώρος Πιερίδης, ένας από τους πλουσιότερους Κύπριους επιχειρηματίες, κατάφερε να μεγαλουργήσει με τις εταιρίες του, να ευεργετήσει αμέτρητους ανθρώπους, να φτιάξει με δυσκολία μια οικογένεια και να χαρεί τη ζωή ως το μεδούλι. Η μοίρα, ωστόσο, έμελλε να τα φέρει αλλιώς. Κι από την μυθική περιουσία του, τους ανθρώπους που αγάπησε και τη ζωή που έζησε, δεν έμεινε απολύτως τίποτα.
Το τεράστιο σπίτι στον λόφο του Μον Παρνάς είναι φωταγωγημένο. Πολυτελή αυτοκίνητα ανηφορίζουν μέχρι την οικία του Δώρου και της Κορίνας Πιερίδη όπου το πάρτι αρχίζει την «ογδόην βραδινή». Η μεγάλη πόρτα ανοίγει διάπλατα και στον απέναντι τοίχο μια μεγάλη ταπισερί υποδέχεται τις κυρίες με τις γούνες και τους κύριους με τα κασμίρια και τις καμπαρτίνες. Μια αγέλαστη κυρία με αναγεννησιακή ομορφιά και ροδαλά χείλη είναι κεντημένη στις κλωστές της. Η θλίψη στα μάτια της είναι ένας οιωνός τον οποίο κανένας από όσους μπαινοβγαίνουν στο σπίτι δεν προσέχει. Ίσως γιατί ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να μην θαμπωθεί από τη μυθική περιουσία γύρω του, σε πίνακες, αντίκες, γλυπτά, βυζαντινές εικόνες, χειροποίητες πορσελάνες, μαρμάρινα πατώματα, πολυέλαιους και μεγάλα παράθυρα από τα οποία προβάλλει ο παραδεισένιος κήπος. Τα επιχρυσωμένα μαχαιροπήρουνα και οι κεντημένες πετσέτες στο τραπέζι, τα σερβίτσια με τα φύλλα χρυσού και τα ποτήρια με τις πανάκριβες σαμπάνιες, αφήνουν εποχή και όλη η ελίτ της Λευκωσίας των δεκαετιών 1960 έως και ’80 περνάει από τα σαλόνια της οικίας Πιερίδη που εκτείνεται σε μια έκταση δέκα οικοπέδων. Χορεύουν σε περσικά χαλιά, παίζουν χαρτιά, πίνουν μπράντι, καπνίζουν εκλεκτά πούρα και μπροστά από το μεγάλο πέτρινο τζάκι τα παιδιά ανταλλάζουν τα δώρα τους. Οι οικοδεσπότες, ο Δώρος και η Κορίνα Πιερίδη ζουν μια ζωή βγαλμένη από παραμύθι. Ένα παραμύθι με πολλούς κακούς δράκους που θα προσπαθήσουν να κλέψουν την χαρά τους. Και θα τα καταφέρουν γράφοντας στο παραμύθι τους το πιο άσχημο τέλος.




ΜΙΑ ΛΑΜΠΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ
Ο παππούς Θεόδωρος Πιερίδης, γέννημα του 1854, δικαστής στο επάγγελμα, είναι άνθρωπος με μεγάλο κύρος. Παντρεύεται την Ιουλία Γλυκή, μια υπέροχη γυναίκα από αρχοντική οικογένεια. Εκτός από δικαστής ο Θεόδωρος Πιερίδης είναι και έμπορος. Είναι ο άνθρωπος που φέρνει στην Κύπρο την πρώτη λάμπα πετρελαίου στα τέλη του 19ου αιώνα. Όταν έρχεται η ώρα να την ανάψουν διστάζουν. Κι αν εκραγεί; Την γεμίζουν με πετρέλαιο, την βάζουν στην Τάφρο και την ανάβουν από απόσταση μ’ ένα μακρύ καλάμι στην άκρη του οποίου είναι δεμένο ένα αναμμένο κερί. Έκτοτε, η οικογένεια Πιερίδη θα δίνει φως στην πρωτεύουσα, καθώς ο διάδοχος, Γιώργος Πιερίδης, αγοράζει την Ηλεκτρική Εταιρία Λευκωσίας. Ο Γιώργος είναι μια αρχοντική μορφή, ένας γνήσιος ευγενής. Συμβουλεύει τα παιδιά να σηκώνονται πάντα από τις καρέκλες τους όταν κάποιος αποχαιρετάει και να είναι πολύ προσεκτικοί όταν συνοδεύουν κάποιον πεζοί μήπως του γυρίσουν την πλάτη. «Καλύτερα να έχετε πάντα την πλάτη σας στον τοίχο», λέει, «μήπως και την στρέψετε κατά λάθος στον συνοδό σας». Ερωτεύεται και παντρεύεται τη Στέλλα Βαλανά, μια πανέμορφη γυναίκα με καταγωγή από την Αίγυπτο, αντάξια του σε τρόπους και ανατροφή. Μια γυναίκα πολύ γενναιόδωρη, γεμάτη ζεστασιά. Όσοι την θυμούνται μιλάνε για τα πανέμορφα μαλλιά της που συνήθιζε να τα μαζεύει σε δύο πλεξούδες και μετά αυτές να τις γυρνάει σαν στεφάνι γύρω από το κεφάλι της. Το σπίτι τους είναι κοντά στην Αρχιεπισκοπή. Ένα αρχοντικό στο οποίο η Στέλλα συνηθίζει να ράβει και να μαγειρεύει φαγητά τα οποία δωρίζει στους φτωχούς. Όλοι τη θυμούνται να κάθεται στη μηχανή της και να φτιάχνει σεντόνια, παντελόνια, μεσοφόρια και να τα χαρίζει. Ψωνίζει συχνά τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης για να τα προσφέρει σε οικογένειες που τα έχουν ανάγκη. Ο Γιώργος και η Στέλλα αποκτούν τρία παιδιά. Τη Λία και το Δώρο που έχουν πολύ μικρή διαφορά ηλικίας και την Καίτη, η οποία γεννιέται εννέα χρόνια αργότερα και γίνεται το μικρό «παιγνίδι» της οικογένειας.


ΣΟΥΠΑ ΣΤΗ ΓΛΑΣΚΩΒΗ
Το 1944 ο Δώρος τελειώνει το Παγκύπριο Γυμνάσιο. Στην Ευρώπη μαίνεται ακόμη ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος γι’ αυτό δεν μπορεί να φύγει για σπουδές. Δουλεύει ως εργάτης στην εταιρία του πατέρα του κι όταν τελειώνουν οι βομβαρδισμοί φεύγει για τη Γλασκώβη της Σκωτίας. Εκεί κάνει δυνατές φιλίες, είναι η ψυχή της παρέας και διακρίνεται περισσότερο στις χαρές της ζωής απ’ ό,τι στα μαθήματα. Χαρακτηριστικό περιστατικό είναι η επίσκεψη του σ’ ένα εστιατόριο, σε μια εποχή που ισχύουν στην Βρετανία περιορισμοί για την ποσότητα του φαγητού που δικαιούται να καταναλώσει κανείς. Ο Δώρος που είναι καλοφαγάς τελειώνει τη σούπα του, το βοδινό και το επιδόρπιο, αλλά οι μικρές μερίδες είναι αδύνατο να τον χορτάσουν. Ο σερβιτόρος αρνείται να του φέρει άλλον ένα γύρο. «Οι κανονισμοί κύριοι» του εξηγεί, «δεν το επιτρέπουν». Τότε ο Δώρος πληρώνει, σηκώνεται, και κάθεται σε ένα άλλο τραπέζι. «Τώρα είμαι καινούριος πελάτης» λέει «φέρε μου να φάω». Αυθόρμητος και μεγαλόψυχος, δεν μπορεί ποτέ να πει όχι κι αυτό δεν του βγαίνει πάντα σε καλό. Σκορπίζει τα χρήματα του αφειδώς στις εξόδους, τα εστιατόρια, τα ταξίδια και κάθε λογής απολαύσεις.Δεν καταφέρνει να διαχωρίσει τον εαυτό του ούτε καν από τους υπαλλήλους του πατέρα του… Όταν επιστρέφει στην Κύπρο και μπαίνει στην Ηλεκτρική Εταιρία Λευκωσίας γίνεται ένα με τους εργαζόμενους. Λίγο πριν το 1953 όταν η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου αγοράζει όλες τις δημόσιες εταιρίες που διαχειρίζονται το ρεύμα ανά επαρχία, οι υπάλληλοι του Γιώργου Πιερίδη κάνουν απεργία. Ανάμεσα τους και ο Δώρος που στέκεται στο πλάι τους για καλύτερες αποζημιώσεις. Το πάθος του για το δίκαιο δεν τον εγκαταλείπει ακόμη και όταν κληρονομεί τις εταιρίες και γίνεται ο ίδιος το αφεντικό. Γίνεται ένας από τους πιο αγαπητούς εργοδότες. Διαθέτει μνήμη χρυσόψαρου μ’ αυτούς που τον αδικούν ή προσπαθούν να εκμεταλλευτούν και να καταχραστούν τη γενναιοδωρία του. Όταν πέφτει στην αντίληψη του ότι κάποιοι στην εταιρία του καταχρώνται χρήματα, η αντίδραση του είναι «δεν πειράζει έχουν κι αυτοί παιδιά να μεγαλώσουν». Το όνομα «Γ. Θ Πιερίδης και Υιός Λτδ» με διευθυντή πλέον τον Δώρο μεγαλουργεί και επεκτείνεται από τις ηλεκτρικές συσκευές και εγκαταστάσεις στις εισαγωγές αυτοκινήτων. Με τους γαμπρούς του, Λουκή Πετρίδη και Στέλιο Γκαράνη, μπαίνουν δυναμικά στον κλάδο της σκυροποιείας-ασβεστοποιείας και παράλληλα στη βιομηχανία τσιγάρων μονοπωλώντας σχεδόν την αγορά. Με τις δικές του εταιρίες επιχειρεί και πετυχαίνει μεγάλα ανοίγματα στην Ελλάδα και στις αραβικές χώρες και γρήγορα γίνεται ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στην Κύπρο. Όχι όμως κι από τους ευτυχέστερους…

Η ΘΛΙΜΜΕΝΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Η Κορίνα Δημητρίου, κόρη του Μήτρου Δημητρίου του οδοντιάτρου, είναι μία από τις ωραιότερες γυναίκες της εποχής. Κι ο Δώρος όμως είναι ένας πολύ ωραίος άντρας που εκπέμπει ζεστασιά κι έχει αμέτρητες κατακτήσεις. Με την Κορίνα σχετίζονται πολύ λίγο καιρό όταν με τον γνώριμο αυθορμητισμό του, αποφασίζει να την παντρευτεί. Ζουν μερικά ευτυχισμένα χρόνια, όμως η Κορίνα κάθε φορά που μένει έγκυος χάνει το παιδί. Ύστερα από μερικές απανωτές αποβολές κι έχοντας χάσει το κουράγιο της, συζητάει με τον άντρα της την επιλογή της υιοθεσίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 παίρνουν την μεγάλη απόφαση κι επισκέπτονται ένα ορφανοτροφείο στην Ελλάδα. Φέρνουν μαζί τους ένα αγοράκι, 18 μηνών, στο οποίο δίνουν το όνομα του παππού Γιώργου. Ο Γιώργος είναι ένα πολύ είναι έξυπνο και πολύ ευαίσθητο παιδί, που ζει σ’ ένα περιβάλλον χωρίς στερήσεις και χωρίς να ακούσει σχεδόν ποτέ του τη λέξη όχι. Από την παιδική του ηλικία διαθέτει προσωπικό σωφέρ. Όσο μεγαλώνει τόσο αποκτάει επίγνωση της αδυναμίας που του έχουν οι γονείς του και της δυσκολίας τους να του αρνηθούν οτιδήποτε. Όταν αρχίζει να το εκμεταλλεύεται, βρίσκονται γύρω του και πολλοί «φίλοι» που με τη σειρά τους σπεύδουν να επωφεληθούν. Οι σπατάλες, οι καταχρήσεις και οι υπερβολές του Γιώργου, είναι η μεγάλη στεναχώρια των γονιών του, μια σκιά που θα τους συντροφεύει μέχρι το τέλους τους. Δεν είναι όμως μόνο αυτό που σκιάζει την ευτυχία τους… Λίγα χρόνια μετά την υιοθεσία του Γιώργου, ο Δώρος αποκτάει κι ένα δεύτερο γιο, τον Στέλιο, από την εξωσυζυγική σχέση που έχει με τη γραμματέα του. Ο Δώρος, συναισθηματικός όπως πάντα, δεν μπορεί να εγκαταλείψει το γόνο του κι έτσι με μια δίστηλη αγγελία στην εφημερίδα αναγνωρίζει δημόσια τον Στέλιο ως γιο του. Ένα γιο που θα στοιχειώνει, έστω και στην απουσία του, τις ζωές της Κορίνας και του Γιώργου μέχρι τέλους. Η Κορίνα αποτραβιέται πια και κλείνεται στον εαυτό της. Ο Γιώργος πηγαινοέρχεται στο εξωτερικό, ζει τη ζωή του στα όρια. Μάνα και γιος για να ανακουφίσουν τον πόνο τους καταφεύγουν στο ποτό.


Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ
Η Κορίνα και ο Δώρος διαθέφουν σχεδόν σε όλα. Η Κορίνα βάζει με μέτρο στη ζωή της τους ανθρώπους. Δεν έχει την ανοιχτή φύση του άντρα της. Είναι ιδιαίτερα εκλεκτική στις συναναστροφές της. Αντίθετα, ο Δώρος κάνει το καλό με τους πάντες, είναι προσιτός και δεν έχει ίχνος σνομπισμού. Απολαμβάνει να βρίσκεται με πολύ κόσμο, να συζητά για τα πάντα κι έχει βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στη δουλειά και την καλή ζωή. Τα απογεύματα παίζει κουνκάν στο Trust και συχνά προσκαλεί στο σπίτι την οικογένεια και τους στενούς του φίλους για να τους μαγειρέψει. Έχει πολλές δικές του συνταγές, κάποιες από τις οποίες υπάρχουν μέχρι σήμερα σ’ ένα βιβλίο του Ερυθρού Σταυρού. Τα φαγητά του αν και πεντανόστιμα, είναι σωστές χειροβομβίδες θερμίδων. Για κάθε κουτί μακαρόνια βάζει ένα ολόκληρο βούτυρο! Σε αντίθεση με την Κορίνα που προσέχει πάρα πολύ τη σιλουέτα της και σπάνια τρώει πέρα από μερικές πιρουνιές… Οι δυο τους ταξιδεύουν πολύ, αλλά κάθε φορά που Δώρος την βγάζει για φαγητό στα καλύτερα εστιατόρια της Ευρώπης, εκείνη παραμένει πιστή στη δίαιτα της. Το δικό της πάθος είναι τα έργα τέχνης. Είναι μανιώδης συλλέκτρια και ξοδεύει τεράστια χρηματικά ποσά σε πίνακες, ταπισερί, χειροποίητα έπιπλα, αντίκες… Άλλες γυναίκες της τάξης της ξοδεύουν εκατομμύρια σε γούνες και διαμάντια, η Κορίνα δίνει πάντα προτεραιότητα στη συλλογή της. Στα συχνά ταξίδια με τον σύζυγό της στο εξωτερικό, επισκέπτονται δημοπρασίες και αγοράζουν έργα τέχνης. Μεταξύ άλλων, στο σπίτι τους στο Μον Παρνάς, έχουν ένα τραπέζι αξίας μισού εκατομμυρίου λιρών… Μέσα σε μερικά χρόνια έχουν μετατρέψει το σπίτι σε μουσείο. Τα καλύτερα κομμάτια της συλλογής τους, μετά την εισβολή, τα μεταφέρουν στα δυο τους σπίτια στην Ελλάδα. Οι επιτήδειοι που δεν άφησαν τον Γιώργο μόνο ούτε για μια στιγμή όλα αυτά τα χρόνια, θα καταφέρουν να ξεγυμνώσουν το τεράστιο σπίτι της Μακεδονίτισσας αλλά και τα δύο σπίτια στην Ελλάδα από όλους τους θησαυρούς. Ο αιφνίδιος θάνατος του Δώρου το 1996, σε ηλικία 70 ετών, θα αφήσει το πεδίο ελεύθερο. Η Κορίνα, αδύναμη να χειριστεί τα πράγματα πεθαίνει μόλις έξι μήνες αργότερα. Ο Γιώργος έχει ήδη χαθεί στα δικά του αδιέξοδα. Τον εντοπίζουν νεκρό, στα 43 του, στο εξωτερικό. Στην κηδεία του, επικήδειο διαβάζει ο αδερφός του, ο Στέλιος. Ο μοναδικός που κρατάει σήμερα το όνομα Πιερίδης. Ένας άνθρωπος που κράτησε τις αποστάσεις του από την οικογένεια και έχει τραβήξει το δικό του δρόμο. Το τεράστιο σπίτι στο Μον Παρνάς, είναι άδειο. Από τα σπασμένα παράθυρα μπαίνει μόνο παγωμένος αέρας. Το εσωτερικό έρημο. Ούτε ίχνος από ζωή. Στο πάτωμα σκορπισμένα χαρτιά, ξερά φύλλα και χώματα. Τα βράδια μοιάζει στοιχειωμένο κι αν περάσεις απ’ έξω σου προκαλεί ανατριχίλα. Σαν να ελπίζει σε κάποια καλή νεράιδα που θα σπάσει τα μάγια, θα το ελευθερώσει από τα φαντάσματα και θα το λυτρώσει από τον πόνο.






