Αύριο, Κυριακή, θα παρακολουθήσουμε, μέσα από τον Alpha Κύπρου, το τέλος ενός τηλεοπτικού χαρακτήρα που μας χάρισε, αυτά τα δέκα χρόνια που έχει μπει στην μικρή μας οθόνη, στα σπίτια μας, αλλά, κυρίως, στην καθημερινότητα και στη ζωή μας, πολλή χαρά, αγάπη, συγκίνηση, γέλιο και, κυρίως, ατόφιο συναίσθημα.
Με ένα ιδιαίτερα συγκινητικό φινάλε που έκανε ήδη όλους τους φανατικούς τηλεθεατές της σειράς «Μην αρχίζεις τη μουρμούρα» στην Ελλάδα, όπου ήδη προβλήθηκε το τελευταίο επεισόδιο της σεζόν, την προηγούμενη βδομάδα, να πλαντάξουν στο κλάμα, θα θυμηθούμε και όλα όσα πολύτιμα «χρωστάμε» στην αγαπημένη μας «Βούλα», όλα αυτά που νιώσαμε χάρις σ’ εκείνην. Η κορυφαία ηθοποιός, Ελένη Κοκκίδου, μιλάει στο «TV Mania» γι’ αυτή την τόσο γεμάτη συναισθηματισμό μοναδική στιγμή της τηλεοπτικής μας πραγματικότητας.
Συνέντευξη στον Γιάννη Χατζηγεωργίου
Δεν ήταν δύσκολη αυτή η απόφαση για εσάς, να «αποχαιρετήσετε» την «Βούλα», κυρία Κοκκίδου;
Όχι. Την έζησα δέκα χρόνια, όταν καμία άλλη σύγχρονη τηλεοπτική σειρά δεν έχει διαρκέσει τόσα πολλά συνεχή χρόνια. Νιώθω ότι τελείωσε μέσα μου καλλιτεχνικά και δεν θα ήθελα ποτέ η «Βούλα» να γίνει «ρουτίνα». Γιατί, για μένα, η τηλεόραση ήταν χαρά! Όπως είναι και οτιδήποτε κάνω. Μαθαίνω πράγματα πάντα. Θέλω συνέχεια να εξελίσσομαι. Έχω μάθει, λοιπόν, να με γοητεύει αυτό που κάνω – γι’ αυτό και αφιερώνω πάρα πολύ χρόνο στη δουλειά μου. Αν πάψει να με γοητεύει πια, τότε δεν θα πρέπει να το κάνω. Κλείνει ο κύκλος. Και το ένιωσα αυτό φέτος με την «Μουρμούρα».
Ξέρετε, πλαντάξαμε στο κλάμα όσοι έτυχε να δούμε το τελευταίο επεισόδιο, που θα παρακολουθήσουν και στην Κύπρο οι Κύπριοι τηλεθεατές-fans της σειράς, αύριο Κυριακή, από τον Alpha Κύπρου. Ειδικά μ’ εκείνο το τραγούδι… Το πιστεύετε;
Πώς να μην το πιστέψω; Είναι ο συνδυασμός της εικόνας, του γεγονότος και της ψυχής της «Βούλας» γιατί, μέσα απ’ αυτό το τραγούδι, βγαίνει η ψυχή μας. Νομίζω πως, αν δεν υπήρχε το συγκεκριμένο τραγούδι, δεν θα ήταν τόσο συγκινητική αυτή η σκηνή, που θα παρακολουθήσετε και στην Κύπρο. Εγώ δεν το ήξερα. Μου είπαν, στο τέλος του γυρίσματος, «να γράψουμε κι ένα τραγούδι» -εγώ το γνώριζα ήδη το τραγούδι- και το είπα χωρίς πρόβα, χωρίς τίποτα. Ήμουνα ήδη και φορτισμένη από την ίδια τη σκηνή, από αυτόν τον αποχαιρετισμό στον άντρα μου… Το καταλαβαίνω γιατί ο κόσμος συγκινήθηκε. Αφού κι εγώ συγκινήθηκα!

Πώς ήταν το τελευταίο γύρισμα;
…Είναι σαν να αποχαιρετάς, με το τέλος κάποιου ρόλου, έναν πολύ αγαπημένο σου, ο οποίος πάει κάπου αλλού, για να ζήσει σε μία άλλη χώρα ας πούμε. Δεν «πεθαίνει» αναγκαστικά, απλά πάει να ζήσει αλλού. Ούτως ή άλλως, τους θανάτους έτσι δεν τους βιώνουμε; Ποτέ δεν αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος τον θάνατο πώς είναι, τι είναι… Εγώ, τουλάχιστον, έτσι νιώθω για τους δικούς μου: Ότι κάπου είναι, σε μια άλλη χώρα, και μπορεί, κάποια στιγμή, να ξαναβρεθούμε. Αλλά δεν θα χαθούμε με την «Βούλα»…
Τι εννοείτε;
Ε, μια στο τόσο, θα επανέρχομαι στα όνειρα του «Μηνά»…
Μας δίνετε ωραιότατο spoiler τώρα!
(Γελάει). Μα, έτσι κι αλλιώς, δεν θα χανόμασταν και στην πραγματικότητα, αν σκεφτείτε ότι με τα παιδιά του συνεργείου, που συνυπήρξαμε τόσα χρόνια μαζί πια, είμαστε «οικογένεια». Δεν ήρθε και η καταστροφή – εδώ είμαστε, θα βρισκόμαστε. Ως ρόλος, ναι, τον έπαιξα, τον ευχαριστήθηκα, με λάτρεψε ο κόσμος – όπου πηγαίνω μου μιλάνε, με προσεγγίζουν τα μικρά παιδιά που τρελαίνονται με την «Βούλα», οι μεγάλοι άνθρωποι… Γιατί, ξέρετε, για τους μεγάλους ηλικιακά ανθρώπους, είχε μια παιδικότητα αυτός ο ρόλος, που ίσως να τους θύμιζε και την δική τους, καθώς και την δική τους καλοσύνη. Και αυτό είναι καθαρτήριο. Προσωπικά, απέκτησα φίλους παντού, έγινα ένα με τον κόσμο – αυτό που έγινε μέσα από την τηλεόραση, ήταν πολύ μεγάλο «δώρο» για τη ζωή μου. Σκεφτείτε ότι το σήριαλ δεν παίζει μόνο στην Ελλάδα και στην Κύπρο, αλλά και στην Αμερική, στην Αυστραλία, σε όλο τον κόσμο, όπου υπάρχει ελληνισμός. «Μένω στον Canada και σας βλέπω!», μου έλεγε τις προάλλες μία κυρία, και μου έδειξε μία φωτογραφία με την τηλεόραση πάνω από το τζάκι κι εγώ να παίζω στη σειρά (γελάει). Μα, δεν είναι συγκινητικό;
Πολύ! Είναι αυτή η μαζικότητα που έχει η τηλεόραση… Σας λείπει ήδη η «Βούλα»;
Μα, δεν την χάνω τη «Βούλα», μέσα μου είναι, μαζί μου την παίρνω, δεν την αποχωρίζομαι. Εγώ είμαι η «Βούλα» – μία από τις «εγώ» μου.
Ως κομμάτι του εαυτού σας, δηλαδή;
Φυσικά! Και, εννοείται, πως κανείς μας δεν φανταζόταν πως θα πήγαινε δέκα χρόνια αυτός ο χαρακτήρας.
Σας «περιόρισε» ποτέ ο ρόλος της «Βούλας»;
Όχι. Ίσα ίσα, μου έδωσε χαρές μέσα από τον τρόπο που έψαχνε τη ζωή, όλα αυτά τα καινούργια πράγματα, έτσι όπως ήθελε να μαθαίνει, να δοκιμάζει τα πάντα – μου έδινε κι εμένα χαρές η «Βούλα», πολλές χαρές. Ανακάλυψα πράγματα και για μένα, ανακάλυψα πράγματα για τη ζωή, με κρατούσε, δηλαδή, σε μια κατάσταση πάρα πολύ θετικής αντιμετώπισης της ζωής. Είναι ζηλευτός άνθρωπος η «Βούλα»! Και ήταν τυχερή που είχε αυτόν τον άντρα, τον «Μηνά». Που την λάτρευε, που την αγαπούσε, και την ακολουθούσε… Νομίζω πως αυτοί οι δύο, η «Βούλα» και ο «Μηνάς», είχαν μια ζηλευτή σχέση…

Με συγκινείται κι εμένα, έτσι όπως μου τα λέτε… Ακούγοντας τη φωνή σας…
Αυτή είναι η αλήθεια, όμως. Δεν συμφωνείτε;
Απόλυτα! Έχετε στο μυαλό σας να κάνετε και κάτι άλλο τηλεοπτικά, πέρα από αυτά τα «περάσματα» που θα κάνει η «Βούλα» κατά καιρούς, στην «Μουρμούρα», όπως μου είπατε προηγουμένως;
Αυτή τη στιγμή, όχι, δεν θέλω. Θέλω να ξεκουραστώ και να ανασυγκροτήσω τις δυνάμεις μου. Τώρα έχουμε μπροστά μας την εμβληματική «Εκάβη» του Ευριπίδη και τον Χειμώνα ένα μιούζικαλ που θα κάνει για το Εθνικό Θέατρο, ο Άγγελος Τριανταφύλλου, ένας σπουδαίος μουσικός, ενώ στη συνέχεια θα επαναλάβω έναν μονόλογο που είχα κάνει στην Αθήνα, για την Φλέρυ Νταντωνάκη, μία γυναίκα-μύθο, στο «Θέατρο Σταθμός».
Ας περάσουμε, λοιπόν, και σε αυτή την σπουδαία παράσταση στην οποία πρωταγωνιστείτε φέτος, την «Εκάβη» του Ευριπίδη. Είχατε δει άλλη παράσταση της «Εκάβης» στο παρελθόν;
Είχα παρακολουθήσει την Συνοδινού, από το αρχείο του Εθνικού Θεάτρου. Με συγκινεί, ξέρετε, η Εκάβη, γιατί είναι η απόλυτη μάνα στην αρχαία ελληνική τραγωδία – είναι το σύμβολο της μάνας που χάνει όλα της τα παιδιά στον Τρωικό πόλεμο, ενώ της σκοτώνουν και άλλα δύο μετά. Και ο απόλυτος πόνος, γίνεται εκδίκηση. Σε αυτό τον άντρα που πετάει στη θάλασσα το παιδί της και το αφήνει άταφο και άκλαυτο. Χρειάζονται μεγάλα ψυχικά-συναισθηματικά-τεχνικά-σωματικά αποθέματα γι’ αυτή την κορυφαία τραγωδία – με αυτούς τους ρόλους είναι σα να πηγαίνει ένας ηθοποιός, όπως τον πρωταθλητή, σε Ολυμπιακούς Αγώνες· είναι τέτοιας υψηλής απαίτησης. Χρειάζεται φοβερή εγκράτεια, φοβερή προετοιμασία.
Έχετε ξαναπαίξει στην Επίδαυρο, όπως θα συμβεί φέτος στις 11 και 12 Αυγούστου;
Ήμουνα στον χορό της «Ορέστειας» του Ευαγγελάτου και σε κωμωδία. Σε τραγωδία, με πρωταγωνιστικό ρόλο, δεν έχω ξαναπαίξει. Κι είναι μεγάλο «δώρο» για μένα αυτό! Νιώθω σα να πάω να κάνω μία ιερουργία εκεί, κι αυτό κάπως με ελαφρύνει – δεν πάω να δείξω τις ικανότητές μου εκεί, δεν με ενδιαφέρει αυτό, και δεν με ενδιαφέρει και τι θα πούνε οι κριτικές για μένα προσωπικά· αυτό που με αφορά είναι η παράσταση ως σύνολο.

Όταν ξεκινούσατε στο θέατρο είχατε μεγάλες φιλοδοξίες;
Πάντα! Γι’ αυτό, άλλωστε, και βρίσκομαι στο θέατρο. Απ’ την άλλη, η φιλοδοξία μου στη ζωή είναι η ανέλιξη, η προσωπική πραγμάτωση – θέλω πάντοτε να εξελίσσομαι και να ανελίσσομαι. Γι’ αυτό και έβαζα πάντα υψηλούς πήχεις – έτσι έχω μεγαλώσει από την οικογένειά μου, είναι κάτι που το μαθαίνεις απ’ το σπίτι σου.
Μα, θυμάμαι, σε μια συνέντευξή σας που λέγατε πως μεγαλώσατε μέσα σ’ ένα σπίτι όπου ακουγόταν κλασική μουσική, Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Αττίκ…
Ναι, από παιδί είχα έρθει σε επαφή με πολύ υψηλή Τέχνη. Οπότε, είναι επόμενο να έχω κι εγώ το βλέμμα μου ψηλά. Και, ξέρετε, αυτές οι αναφορές απαιτούν και από εσένα, μετά, την ανάλογη ευθύνη – είναι πιο δύσκολη μετά η διαδρομή σου… Συνεχώς «απαιτώ» από τον εαυτό μου. Η ζωή μου όλη ήταν μία απαίτηση από μένα, για να προοδεύω.
Δεν «βασανίζατε» με αυτό τον τρόπο τον εαυτό σας;
Ναι, αυτό έχει το κόστος του. Καθείς, όμως, εφ’ ω ετάχθη.
Στην ιεραρχία των προτεραιοτήτων της ζωής σας, παραμένει το θέατρο πιο ψηλά;
Το θέατρο και οι άνθρωποι. Και αυτό έχει το κόστος του. Μην ξεχνάτε πως, παράλληλα με το θέατρο και τον κινηματογράφο -ευτυχής συγκυρία ήταν και η πολυβραβευμένη ταινία στην οποία έπαιξα, το «Black Stone», σε σκηνοθεσία Σπύρου Ιακωβίδη- έκανα για δέκα συνεχή χρόνια και τηλεόραση – αυτό, λοιπόν, έχει μεγάλη επίπτωση και στην προσωπική μου ζωή, στην καθημερινότητά μου, γιατί ο άνθρωπος χρειάζεται να έχει χώρο μέσα του και χρόνο για να βλέπει πού στέκεται και τι θέλει να κάνει, ποιο θα είναι το επόμενό του βήμα. Γι’ αυτό, επομένως, τελειώνω φέτος αυτό τον δεκαετή κύκλο της «Μουρμούρας». Γι’ αυτό το ζήτησα. Για να ανοίξει, για μένα, ένας καινούργιος, ένας νέος κύκλος πραγμάτων και εμπειριών ζωής.

Info:
Η τηλεοπτική σειρά «Μην αρχίζεις τη μουρμούρα» προβάλλεται καθημερινά, σε επανάληψη, στις 19:00 από τον Alpha Κύπρου. Το τελευταίο, πολύ συγκινητικό, επεισόδιο της φετινής σεζόν, με τον «θάνατο» της τηλεοπτικής «Βούλας», θα μεταδοθεί αύριο Κυριακή 23/7, στις 19:15.
Περιοδικό TV Mania

