Ο σημερινός επισκέπτης του Kapsaliana Village Hotel, δυσκολεύεται να πειστεί ότι ο χώρος αυτός ήταν μέχρι πριν από κάποια χρόνια πλίνθοι και κέραμοι, ένας μικρός μοναστικός οικισμός εγκαταλελειμμένος, παραδομένος στη φθορά του χρόνου. Κοιτάζοντας, μάλιστα, τις φωτογραφίες του «πριν» καθώς ο ίδιος απολαμβάνει το «μετά», αδυνατεί να πιστέψει ότι μπορεί το όραμα ενός ανθρώπου να δώσει φιλί ζωής και να μετατρέψει ένα ερημωμένο χωριουδάκι, η ιστορία του οποίου πάει πίσω στο 1763, σε πολυβραβευμένο προορισμό διακοπών, γεμάτο ιστορία και παράδοση! Μέχρι ν’ αρχίσει να του μιλά ο κύριος Μύρων Τουπογιάννης, ο άνθρωπος που του εμφύσησε ζωή, για να αντιληφθεί ότι, ναι, η αγάπη όλα τα μπορεί!

Μια φορά κι έναν καιρό, τα πολύ παλιά τα χρόνια, την εποχή της Ενετοκρατίας, ο ηγούμενος της εμβληματικής και ιστορικής Μονής Αρκαδίου, αποφάσισε να χτίσει ένα ελαιοτριβείο στην καρδιά ενός ελαιώνα, στην περιοχή των Καψαλιανών Ρεθύμνου, όπου μέχρι τότε δέσποζε μόνο ένα παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον Αρχάγγελο Μιχαήλ. «Να θυμάστε ότι οι ελιές και το λάδι τους αποτελούσαν τότε ανεκτίμητα αγαθά για την καθημερινή ζωή. Ήταν o πυρήνας της ζωής των ανθρώπων, καθώς αποτελούσε βασικό συστατικό διατροφής, λειτουργούσε ως πηγή φωτός και θερμότητας, καθώς και χρησιμοποιούνταν για θεραπευτικούς σκοπούς αλλά και σε θρησκευτικές τελετές. Κατά την περίοδο της ακμής του ελαιοτριβείου, περίπου 30 γυναίκες από όλη την Ελλάδα, 5 μυλωνάδες και πολλοί άλλοι συγκεντρώνονταν στο χωριό Καψαλιανά για τη συγκομιδή της ελιάς. Οι μέρες της συγκομιδής της ελιάς κατέληγαν σε γλέντια – “βενγκέρα” και χαρούμενες “μαντινάδες”», μού εξηγά ο Μύρων Τουπογιάννης, αρχιτέκτονας στο επάγγελμα και ιδιοκτήτης του Kapsaliana Village Hotel, καθώς ανεβαίνουμε σε έναν λόφο για να μου δείξει την ιδανική τοποθεσία που κτίστηκε το ελαιοτριβείο, ανάμεσα σε ρέματα, που του πρόσφεραν πολύτιμο νερό αλλά και προστασία από παρείσακτους εισβολείς. Με την πάροδο του χρόνου, λοιπόν, αρκετοί άνθρωποι που πήγαν εκεί για να εργαστούν στο ελαιοτριβείο, αποφάσισαν και έχτισαν τα σπίτια τους γύρω από αυτό, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει να δημιουργείται ένας μικρός οικισμός που κάποια στιγμή έφτασε να αποτελείται από 13 οικογένειες και συνολικά 50 κατοίκους. Η ζωή, όμως, κύκλους κάνει. Το ελαιοτριβείο έκλεισε το 1955 και ο οικισμός άρχισε σταδιακά να μαραίνεται, οι άνθρωποί του να τον εγκαταλείπουν, τα σπίτια να παραδίδονται στη φθορά του χρόνου που είναι αμείλικτος.




Η ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΓΙΑ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΖΩΗ
Όταν είκοσι χρόνια αργότερα, στα μέσα του 1976, ο Μύρων Τουπογιάννης, γεννημένος στην Κρήτη, με σπουδές στην Αθήνα και το Παρίσι, βρέθηκε τυχαία στα Καψαλιανά και αντίκρισε τον παραμελημένο οικισμό, μόνο επτά κάτοικοι είχαν απομείνει σ’ αυτόν και η εικόνα που παρουσίαζε ήταν αποκαρδιωτική. Παρόλα αυτά, έχοντας βιώσει στη Γαλλία το πάθος για αναστηλώσεις αρχαίων κτισμάτων που αποκτούσαν μια νέα ζωή μέσα από άλλη, διαφορετική χρήση, αμέσως ερωτεύτηκε τον τόπο, διέκρινε τις προοπτικές που κανείς δεν μπορούσε να διακρίνει και η φαντασία του ξεκίνησε να καλπάζει δημιουργικά. Χωρίς να αποκαλύπτει σε κανέναν λεπτομέρειες του οράματός του, ξεκινά να συζητά με τους ιδιοκτήτες των ερειπίων και τους λιγοστούς κατοίκους, μέχρι να καταφέρει σιγά – σιγά να αγοράσει τη γη. Ακόμα και τότε, όμως, οι οικονομικές του δυνατότητες δεν του επιτρέπουν να βάλει αμέσως μπροστά ούτε και να ολοκληρώσει σύντομα το όραμά του: να μετατρέψει το μικρό μοναστικό χωριουδάκι σ’ ένα υποδειγματικό country-chic ξενοδοχείο. «Με το που πάτησα το πόδι μου σε αυτόν τον τόπο, είδα αμέσως την προοπτική του. Μου πήρε 40 ολόκληρα χρόνια να το υλοποιήσω, μα τελικά τα κατάφερα», λέει με εμφανή την περηφάνια που νιώθει για το δημιούργημα του.


ΑΠΟ ΜΟΝΑΣΤΙΚΟ ΧΩΡΙΟ ΣΕ COUNTRY-CHIC ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ
Δεν ήταν άλλωστε ένα εύκολο έργο. Πέρα από την αγάπη, τη δημιουργική σκέψη και την όρεξη, απαιτούσε επιμελή σχεδιασμό, χρήματα, επίπονη εργασία, άφθονη υπομονή, ακόμα περισσότερη επιμονή. Μετά από μια μακρά διαδικασία αποκατάστασης, παίρνει σάρκα και οστά το Kapsaliana Village Hotel, η φιλοσοφία του οποίου βασίζεται στην στην πολυτέλεια και την αυθεντικότητα. Η μετεξέλιξή του από ένα εγκαταλελειμμένο χωριό σε ένα εμβληματικό ξενοδοχείο παραδοσιακής κρητικής αρχιτεκτονικής, αν και εξυπηρετεί μια νέα λειτουργία, έχει διατηρήσει την αρχική δομή του οικισμού και, πάνω απ’ όλα, την καρδιά και την αύρα του. Η σχολαστική αποκατάσταση και αναδιάρθρωση του ξενοδοχείου Kapsaliana Village ήταν μια μακρά διαδικασία που διήρκεσε περίπου τέσσερις δεκαετίες. Το ελαιοτριβείο, η εκκλησία, οι βοηθητικοί χώροι και οι πρώην κατοικίες μετατράπηκαν σταδιακά σε ένα πολυτελές, αλλά όχι επιδεικτικό, καταφύγιο με εκλεπτυσμένες ανέσεις, απομόνωση και ηρεμία. Ένα συγκρότημα με σεβασμό στις λαϊκές μεθόδους και τεχνικές δόμησης, ενσωματώνοντας τη χρήση φυσικών, παραδοσιακών υλικών, όπως το ξύλο, η πέτρα και η τερακότα. Προ ολίγων μόνο ημερών το Condé Nast Traveler, σε αφιέρωμα του για τα καλύτερα ξενοδοχεία της Κρήτης, αφού χαρακτήριζε τον Μύρων Τουπογιάννης «υπομονετικό όπως το μυρμήγκι στο μύθο του Αισώπου», καλούσε τους αναγνώστες του, «αν θέλετε να ζήσετε ένα κομμάτι από την πιο αυθεντική γοητεία του νησιού, κατευθυνθείτε στην ενδοχώρα, στα Καψαλιανά, ένα πετρόκτιστο χωριό θαμμένο μέσα σε ελαιώνες και οπωρώνες εσπεριδοειδών με γλυκό άρωμα». Επισκεφτείτε το λέμε εμείς, και δεν θα χάσετε. Θα ζήσετε την αργόσυρτη ζωή του χωριού, θα εξερευνήσετε όσα κρύβει ο χώρος μέσα από τα πλακόστρωτα μονοπάτια του, τον τεράστιο πολιτιστικό και φυσικό πλούτο της περιοχής και των άλλων κοντινών σ’ αυτό οικισμούς. Στην υπερυψωμένη βεράντα που λειτουργεί κάπως ως πλατεία, θα απολαύσετε παραδοσιακά πρωινά και υπέροχα δείπνα με γαστρονομικά πιάτα, κρητικής έμπνευσης. Κι όλα αυτά, κάτω από την αρωματική σκιά της ελιάς και οπωροφόρων δέντρων. Α, και το βράδυ μπορείτε να απολαύσετε μια ταινία στο υπαίθριο σινεμά του, κάτω από τα αστέρια.


