Εκεί, στο μέσο περίπου της οδού Ονασαγόρου, όπου δεσπόζει μέχρι σήμερα φινετσάτο και αξιοπρεπές το κατάστημα Υφασμάτων Μιχαηλίδη, γράφτηκε κάποτε από έναν παράτολμο και αισιόδοξο νεαρό, μια νέα σελίδα στο εμπόριο υφασμάτων. Ήταν τότε που οι πιο κομψές κυρίες συνωστίζονταν για να δουν από κοντά τις νέες παραλαβές και να αγγίξουν τις γαλλικές δαντέλες, με τη μυρωδιά του υφάσματος να ανακατεύεται με φίνα αρώματα κι ακριβό καπνό. Η ιστορία των φημισμένων «Υφασμάτων Μιχαηλίδη», την οποία ξετυλίγουμε σαν ένα τόπι από πολύτιμο σατέν, είναι μια ιστορία που συναρπάζει.
Διαβάστε επίσης: Μια φορά και έναν καιρό κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο…
Η αρχή
Μέσα της δεκαετίας του 1940, ο 13χρονος Ανδρέας Μιχαηλίδης κατεβαίνει στη Λευκωσία για να δουλέψει και να βοηθήσει την οικογένειά του στο χωριό. Με το μαύρο του ποδήλατο κι ένα κοντό παντελόνι κατέβηκε στη Φανερωμένης δίπλα από την οδό Ερμού που ήταν το μεγάλο εμπορικό κέντρο της εποχής. Έπιασε δουλειά στο υφασματοπωλείο του θείου του, Τάσου Ιεροδιακόνου, πηγαίνοντας παράλληλα στο νυχτερινό σχολείο.

Το τόλμημα που άλλαξε την αγορά υφασμάτων
Έχοντας εφόδια… τη νεανική του τρέλα και την έμφυτη αισιοδοξία του και οπλισμένος με μπόλικο πείσμα, με το που ενηλικιώθηκε, ο Ανδρέας Μιχαηλίδης έβαλε μπροστά για τα δύσκολα! Αποφάσισε να ανοίξει δικό του υφασματοπωλείο! Και μάλιστα στην οδό Ονασαγόρου! «Ένα εγχείρημα εξαιρετικά παράτολμο» είχε πει σε συνέντευξη της πριν από μερικά χρόνια στο περιοδικό Omikron η κόρη του, Ελένη Μιχαηλίδου, που οδήγησε μετέπειτα την οικογενειακή επιχείρηση στη σύγχρονη εποχή. Και όπως εξήγησε τότε στη δημοσιογράφο Τώνια Σταυρινού: «Η Ονασαγόρου φιλοξενούσε τότε μόνο εργαστήρια και καταστήματα με υφάσματα της οκάς. Δεν θα πήγαινε ποτέ μια κυρία να αγοράσει ύφασμα ένδυσης από ένα τέτοιο κατάστημα. Τα υφάσματα της οκάς προορίζονταν για να ράψεις πετσέτες της κουζίνας ή οτιδήποτε πρόχειρο. Όλα τα καλά υφασματοπωλεία βρίσκονταν στη Φανερωμένη και Ερμού. Ο πατέρας μου λοιπόν έγινε αντικείμενο χλευασμού για το ρίσκο που πήρε. Κινήθηκε εντελώς αντίθετα με το ρεύμα αλλά ευτυχώς του βγήκε σε καλό. Όχι μόνο προσέλκυσε πελατεία, αλλά δημιούργησε και μια νέα τάση για τους εμπόρους των υφασμάτων που άρχισαν να κατεβαίνουν ένας-ένας στην Ονασαγόρου, με αποτέλεσμα σταδιακά να εξελιχθεί στον δρόμο των υφασμάτων».

Μετάξι, μέτρο και ψαλίδι
«Έχω απίστευτες αναμνήσεις από αυτόν εδώ τον χώρο», είχε πει η Ελένη Μιχαηλίδου σ’ εκείνη τη συνέντευξή της, καθισμένη στο ίδιο ακριβώς σημείο που ο πατέρας της είχε στήσει τα πρώτα ράφια κι άλλαζε θέσεις στα τόπια των υφασμάτων για να τα κάνει να φαίνονται πολλά, αφού δεν είχε αρκετά χρήματα για να τα καλύψει όλα με εμπόρευμα. «Ερχόμασταν με τη μητέρα μου και τα δύο μου αδέρφια με το λεωφορείο από τον Άγιο Δομέτιο, για να επισκεφθούμε το κατάστημα του μπαμπά. Ήταν σαν μια μικρή εκδρομή για μας, που συνοδευόταν από βόλτα για παγωτό και χάζεμα στις βιτρίνες της πόλης. Στο κατάστημα επικρατούσε πανικός. Οι κυρίες της εποχής έδιναν “μάχη” για κάθε καινούριο ύφασμα, θέλοντας να το έχουν σε αποκλειστικότητα. Κάποιες ζητούσαν να έρθουν την ώρα που έκλεινε το μαγαζί, για να κάνουν τα ψώνια τους prive, ώστε να μην δουν οι άλλες τι θα αγοράσουν. Άλλες ζητούσαν από τον πατέρα μου να μη δώσει σε καμιά άλλη το δικό τους ύφασμα, ενώ υπήρχαν κι αυτές που ζητούσαν να δουν μόνο το πιο ακριβό που υπήρχε στο κατάστημα. Οι κυρίες ήταν όλες καλοντυμένες. Δεν είχε να κάνει με την κοινωνική τάξη, αν και ήταν ευδιάκριτη μία κυρία της υψηλής κοινωνίας. Όμως όλες ήταν υπέρκομψες».
Εκείνη την εποχή και ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης, δεν μπορούσε μία κυρία να κυκλοφορεί ντυμένη κατώτερα από την περίσταση. Κάθε γυναίκα έπρεπε να φοράει το σωστό ρούχο, να είναι καλοραμμένο και να συνοδεύεται με τα σωστά αξεσουάρ και το ανάλογο χτένισμα. Έτσι όλες είχαν ένα ταγέρ, ένα φόρεμα, ένα πανωφόρι, για τις βόλτες τους, για το σινεμά, για τα κοκτέιλ, για την εκκλησία. Κάθε άνοιξη αγόραζαν τα υφάσματά τους για τα καλοκαιρινά φορέματα και κάθε φθινόπωρο αυτά που θα ράβονταν σε παλτά και χειμερινά σύνολα.

Η Κουλιανού, η Καραμπέτη και οι άλλες
Όντας λάτρης της ποιότητας και άνθρωπος με ιδιαίτερα εκλεπτυσμένο γούστο, ο Ανδρέας Μιχαηλίδης έφερνε τα καλύτερα υφάσματα. Και δεν σταμάτησε ποτέ να ρισκάρει. Έφερε τα πρώτα υφάσματα από διάσημους οίκους και κάποιες πανάκριβες γαλλικές δανδέλες, τόλμησε να επενδύσει σε πολύ ιδιαίτερα υφάσματα, για τα οποία τελικά δικαιώθηκε από την ενθουσιώδη υποδοχή της πελατείας. Αλλά και από το πιο δύσκολο κοινό: τις μοδίστρες!
Αφηγείται η Ελένη Μιχαηλίδου: «Θυμάμαι τους οίκους ραπτικής της εποχής και τις μοδίστρες που έχαιραν μεγάλης εκτίμησης. Θυμάμαι τις κυρίες Μίνα Φεσσά και Βέρα Σαμψών, οι οποίες ήταν εδώ πιο κάτω και έρχονταν σχεδόν καθημερινά στο μαγαζί. Την Πέπα Κουπεπίδου, τη Μαρούλλα Περδίου, την κυρία Άρτεμις, την κυρία Λυγία και πολλές άλλες… Ήταν λίγο σχεδιάστριες, λίγο στυλίστριες, λίγο τεχνίτισσες. Διέθεταν όλα τα χαρίσματα και τα φορέματά τους ήταν πραγματικά κομψοτεχνήματα. Η γυναικεία μόδα ήταν και πιο τυποποιημένη τότε και κάθε δεκαετία είχε ξεκάθαρο στυλ. Είχε κάποιους κανόνες απαράβατους! Αυτό άρχισε να σπάζει στη δεκαετία του 1980. Έχει χαραχτεί στη μνήμη μου, κάποιο μεσημέρι Σαββάτου, δεκαετία του ‘80, να βρίσκομαι στο κατάστημα με τους γονείς μου και ακριβώς την ώρα που ετοιμαζόμασταν να κλείσουμε να ορμούν μέσα ένας καλοντυμένος κύριος με 4 ή 5 απαστράπτουσες και λυγερόκορμες κοπέλες… Είχαν ξετρελαθεί με τα βελούδα, τις δανδέλες και τις κοιτούσα αποσβολωμένη να ψωνίζουν το ένα ύφασμα μετά το άλλο. Λίγο καιρό μετά αντιλήφθηκα ότι ήταν η Βίκυ Κουλιανού και η παρέα της».
Μια από τις πιο αξιοσημείωτες γνωριμίες που είχε την ευκαιρία να κάνει μέσω της δουλειάς η Ελένη Μιχαηλίδου, ήταν με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, για την οποία έχει να λέει τα καλύτερα. «Ήρθε στο κατάστημα μετά από συστάσεις για να επιληφθεί της επιλογής των υφασμάτων για τα δύο κοστούμια που φόρεσε στην τραγωδία «Πέρσες» στον ΘΟΚ. Είναι ένα υπέροχο πλάσμα που έχει μπει πια βαθιά στην καρδιά μας, για τον ξεχωριστό χαρακτήρα και την έμφυτη ευγένειά της».
Τα «Υφάσματα Μιχαηλίδη» στη νέα εποχή
«Η δική μου είσοδος στην ε π ι χ ε ί ρ η σ η συνέπεσε με μια γενικότερη κρίση στον τομέα του υφάσματος. Ήταν το 1997 όταν πια άκουσα ένα καμπανάκι να με καλεί, οδηγώντας με σ’ αυτό που εκ των υστέρων θεωρώ ότι ήταν ο προορισμός μου. Με το που ήρθα ξεκίνησα να πηγαίνω σε διεθνείς εκθέσεις υφασμάτων και την πρώτη φορά πήγα στο Παρίσι, εννοείται με τον πατέρα μου που το χάρηκε όσο τίποτ’ άλλο. Βρέθηκε στο επίκεντρο αυτής της μεγάλης βιομηχανίας, είδε τα καλύτερα υφάσματα από όλο τον κόσμο, πρωτοποριακές ιδέες που ίσως να μην είχε ξαναδεί. Δουλέψαμε σχεδόν 20 χρόνια μαζί. Εκείνος ήταν πιο πεισματάρης και ταυτόχρονα εξαιρετικά εργατικός και τίμιος, εγώ πιο ρομαντική, συμπληρώναμε ο ένας τον άλλο. Δίπλα στον πατέρα μου έχω μάθει να ξεχωρίζω ποια βελούδα, ποιες δανδέλες, ποια σατέν και ποια σιφόν είναι πρώτης ποιότητας και ποια όχι. Με όλη αυτή την εμπειρία δεν μπορεί κανείς να μου πουλήσει φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Με τα υφάσματα λειτουργώ λίγο με το ένστικτο, όπως οι αγοραστές έργων τέχνης, βλέπουν έναν πίνακα και απλά ξέρουν. Προσπαθώ να έχω επιλογές για τους πελάτες μας, έχοντας επίγνωση ότι καμιά φορά το πρώτο είναι πολύ ακριβό. Έχουμε προσιτά, έως πολύ προσιτά υφάσματα πια, αλλά ποτέ κακής ποιότητας.

Επιστροφή στο παρελθόν
Στις μέρες μας, λέει η Ελένη Μιχαηλίδου, αρκετές είναι οι γυναίκες που ράβουν ρούχα για ιδιαίτερες περιστάσεις. Παράλληλα υπάρχει και μια κατηγορία εκλεκτικών γυναικών που θέλουν να φορέσουν ακριβώς αυτό που έχουν στο μυαλό τους χωρίς να συμβιβαστούν. «Είναι οι διαχρονικές πελάτισσες, αυτές που ράβονται κοντά μας για δεκαετίες και οι οποίες γνωρίζουν πως κοντά μας θα βρουν και ποιοτικά κασμήρια για τους άντρες της ζωής τους… Πολλά κορίτσια ράβουν για πρώτη φορά στη ζωή τους το φόρεμα της αποφοίτησης και ενθουσιάζονται με την εμπειρία του made to measure. Αρκετές από αυτές επιστρέφουν για μια φούστα, ένα φόρεμα, ένα χειμερινό παλτό. Τους λείπουν όμως οι γνώσεις των παλιών γυναικών γι’ αυτό χρειάζονται καθοδήγηση. Κι αυτό είναι ένα από τα αγαπημένα κομμάτια της δουλειάς μου! Να τις καθοδηγώ στις ιδιότητες των υφασμάτων και να τους δείχνω πώς να ξεχωρίζουν τις ποιότητες. Θα έλεγα ξεκάθαρα ότι υπάρχει μια τάση σήμερα για επιστροφή στο χειροποίητο. Η εμπειρία και τα βιώματα που είχαν οι μητέρες μας με τα υφάσματα και το ράψιμο μπορεί να μην πέρασαν τόσο στις κόρες, αλλά επιστρέφουν σήμερα στις εγγονές!»
«…Έτσι, με κάποιον τρόπο είμαστε κοντά του»
«Η μητέρα μου μπήκε στην επιχείρηση στη δεκαετία του 1980 ως βοηθός του πατέρα μου και συνεχίζει μέχρι σήμερα. Είναι πλέον το δεξί μου χέρι. Η μητέρα μου είναι ένας αγνός και άδολος άνθρωπος, έχει μια μητρικότητα που την βγάζει προς όλο τον κόσμο. Θαυμάζω την καλοσύνη της, την υπομονή της και την πίστη της στο Θεό. Όταν χάσαμε τον πατέρα μου το 2014 αισθάνθηκα να φεύγει η γη κάτω από τα πόδια μου και όλα γύρω μου να καταρρέουν. Ακουμπώντας η μία πάνω στην άλλη, σταθήκαμε στα πόδια μας. Νιώθουμε ότι συνεχίζουμε αυτό που μας άφησε και με κάποιον τρόπο είμαστε κοντά του. Πέρασε όλη του τη ζωή σ’ αυτό το δρόμο. Εδώ τον βρήκε ο πόλεμος του 1974 και μέσα από αυτή εδώ τη βιτρίνα είδε τις εποχές να αλλάζουν και μαζί να αλλάζει η πόλη γύρω του».
ΠΗΓΗ: Αρχείο περιοδικού Omikron, σε κείμενο της Τώνιας Σταυρινού και φωτογραφίες του Δημήτρη Βαττή.

