Σε μια εποχή όπου η αυθόρμητη βόλτα για φαγητό ή ποτό σκοντάφτει στο «έχετε κράτηση;» της υποδοχής, υπάρχουν ακόμη μέρη όπου η έξοδος παραμένει έξοδος και όχι μία ακόμη υποχρέωση στο ημερολόγιό σου. Για τις φορές που θέλεις να βγεις, να περπατήσεις μέχρι το μπαρ, να καθίσεις όπου βρεις και να αφήσεις τη βραδιά να κυλήσει χωρίς πρόγραμμα.

Το ανακαλύψαμε και στην Κύπρο πριν από μερικά χρόνια, όταν ένα νέο εστιατόριο της πρωτεύουσας, έχοντας γίνει γρήγορα «place-to-be», αποφάσισε να μοιράσει τα βράδια σε time slots. Δύο ώρες για να φας, να τελειώσεις το κρασί σου, να ολοκληρώσεις τη συζήτηση και, πριν καλά καλά καταλάβεις ότι βγήκες, να παραδώσεις τη θέση σου στον επόμενο. Έκτοτε, η λογική αυτή εμφανίζεται όλο και συχνότερα. Κλείνεις στις 8, στις 10 πρέπει να έχεις φύγει και κάπου ανάμεσα καλείσαι να χωρέσεις μια ολόκληρη βραδινή έξοδο. Θες να φας στις 8 και στις 10 να ψάχνεις πού θα συνεχίσεις ή να μείνεις νηστικός μέχρι τις 9 για να νιώσεις ότι διοργάνωσες μια κανονική βραδινή έξοδο; Η φιλοσοφία των κρατήσεων, βέβαια, δεν περιορίστηκε στα εστιατόρια αλλά άρχισε να… απλώνει πλοκάμια και στα μπαρ. Ενώ κάποτε περνούσες αυθόρμητα μετά τη δουλειά ή που έφευγες απ’ το ένα στέκι για να πιείς την επόμενη μπίρα στο άλλο, βρίσκεις πλέον τραπέζια δεσμευμένα από νωρίς για κρατήσεις, ακόμη κι όταν ο χώρος και η φιλοσοφία του μαγαζιού παραπέμπουν περισσότερο στο «κάτσε όπου βρεις».

Υπάρχουν όμως, ευτυχώς, ακόμη μέρη που αφήνουν χώρο στο απρόβλεπτο. Το Spin είναι από αυτά που λειτουργούν με τη λογική του walk-in: μια μικρή πιτσαρία με sourdough πίτσες, κρασί και μουσική, όπου η ίδια η φύση του χώρου ταιριάζει περισσότερο στην αυθόρμητη απόφαση παρά στο τραπέζι που έχει κλειστεί εβδομάδες πριν. Στο BrewFellas, η υπόθεση είναι ακόμη πιο ξεκάθαρη. Το bar δεν δέχεται κρατήσεις και λειτουργεί με first come, first served. Μπίρες από taps, από κάθε μέρος του κόσμου, μεγάλη επιλογή σε μπουκάλια και κουτάκια και η αίσθηση μιας αυθεντικής μπιραρίας. Το ίδιο και στα 7 Κλειδιά, όπου η αυθόρμητη έξοδος έχει πιο παλιάς κοπής χαρακτήρα. Μικρό καφενείο-μπαρ στην παλιά Λευκωσία, με μεγάλη ποικιλία από κυπριακά κρασιά με το ποτήρι, craft μπίρες και μια ατμόσφαιρα που ευνοεί περισσότερο την παρέα και τη συζήτηση παρά την αυστηρή οργάνωση της βραδιάς. Στο Swimming Birds, η μέρα περνά φυσικά στο βράδυ. Από café γίνεται bar, με κρασιά, cocktails, craft κυπριακές μπίρες και μουσική. Είναι από εκείνα τα spots όπου μπορείς να εμφανιστείς χωρίς ιδιαίτερο σχέδιο και να αποφασίσεις επί τόπου αν θα μείνεις για ένα ποτό ή θα παρατείνεις τη βραδιά σου.

Στο Freehouse Spritzeria στη Λεμεσό, ένα spritz στο πεζοδρόμιο αρκεί για να ξεκινήσει όμορφα η βραδιά. Στο Gipsy’s, οι σπιτικές Μαργαρίτες είναι από μόνες τους αρκετός λόγος για να περάσεις από εκεί χωρίς σχέδιο και να αποφασίσεις επιτόπου πόσο θα μείνεις. Και Στο Δρόμο, στη Γενεθλίου Μιτέλλα η ίδια η φιλοσοφία του μπαρ ταιριάζει σε αυτή την έξοδο χωρίς πρόγραμμα, εκείνη που ξεκινά με ένα ποτό και αφήνει τη συνέχεια να προκύψει μόνη της. Στα Τρία Πουλάκια, λίγο πιο πέρα, πας για κοκτέιλ με μουσικές που κινούνται από jazz και blues μέχρι funk και indie. Ένα από τα πιο «ζωντανά» μπαρ της Λεμεσού, που λειτουργεί χωρίς κρατήσεις και… face control.

Στο Cinéma, σε έναν παλιό υπαίθριο κινηματογράφο στο ιστορικό κέντρο της Λεμεσού, πας χωρίς κράτηση και αφήνεις τη βραδιά να ξεκινήσει από ένα cocktail. Signature ποτά και μικρά πιάτα για sharing με την υπογραφή του Jack Γιαννακού σε έναν χώρο που κρατά την αίσθηση του παλιού σινεμά, με τις προβολές στους τοίχους να αλλάζουν την ατμόσφαιρα όσο περνά η νύχτα. Αλλά και στο Τζινς, η λογική είναι αυτή: μπαίνεις, βρίσκεις χώρο και παραγγέλνεις το cocktail σου, το κρασί ή την μπίρα σου. Ένα μπαρ με έντονο denim χαρακτήρα και cocktails εμπνευσμένα από iconic jeans, είναι φτιαγμένο για after-work drinks και βραδιές που ξεκινούν χωρίς ιδιαίτερο σχέδιο.


